Υπάρχουν παραδόσεις που μοιάζουν να γεννήθηκαν από τον φόβο. Και υπάρχουν άλλες που μοιάζουν να κουβαλούν μέσα τους ολόκληρο τον τρόμο μιας κοινωνίας απέναντι στον θάνατο, τη γέννηση και την ενοχή. Στις σαμιακές παραδόσεις που κατέγραψε ο Νικόλαος Πολίτης, ανάμεσα στις πιο σκοτεινές είναι εκείνες που μιλούν για τα «τελώνια».
Στις «Παραδόσεις» του, ο Πολίτης καταγράφει τρεις σχετικές αφηγήσεις από τη Σάμο, στις οποίες το τελώνιο εμφανίζεται ως ένα νεκρό παιδί που δεν έχει βρει την οριστική του θέση στον άλλο κόσμο. Είναι ένα πλάσμα ανάμεσα στον άνθρωπο και το δαιμονικό, που επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών και προκαλεί αναστάτωση, φόβο και συμφορά.
Η παράδοση είναι ιδιαίτερα σκληρή. Σύμφωνα με την καταγραφή, παιδιά που πέθαναν αβάφτιστα, αλλά και παιδιά που οι μητέρες τους εγκατέλειψαν ή έκρυψαν εξαιτίας της κοινωνικής ντροπής, μπορούσαν μετά τον θάνατό τους να γίνουν τελώνια.
Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη λαογραφικό «τέρας». Το τελώνιο έχει συγκεκριμένη σχέση με την οικογένεια και κυρίως με τη μητέρα του.
Το τελώνιο, σύμφωνα με την παράδοση, επιστρέφει στο πατρικό σπίτι. Δεν εμφανίζεται όμως ως ένα απρόσωπο φάντασμα. Συμπεριφέρεται σαν παιδί, μόνο που η παρουσία του είναι καταστροφική.
Ανακατεύει τα αντικείμενα του σπιτιού, μετακινεί τα εργαλεία και τα οικιακά σκεύη, πετά πράγματα στον σοφρά και προκαλεί χάος. Η εικόνα είναι σχεδόν παράλογη: το καθίκι στη θέση του τεντζερέ, η ρόκα της μητέρας στη θέση της αξίνας του πατέρα και ανάμεσα στα αντικείμενα του νοικοκυριού παλιοπάπουτσα, ρούχα, κοπριές και κοτσουλιές.
Πίσω από αυτή την παράδοξη περιγραφή υπάρχει μια βαθύτερη ιδέα. Το τελώνιο επιστρέφει για να ανατρέψει την τάξη του σπιτιού. Είναι ένα πλάσμα που δεν ανήκει ούτε στον κόσμο των νεκρών ούτε στον κόσμο των ζωντανών και, ακριβώς γι' αυτό, ανατρέπει την κανονικότητα.
Ακόμη πιο τρομακτική είναι η σχέση του με τη μητέρα του.
Όταν τη βρίσκει κοιμισμένη, σύμφωνα με την παράδοση, τη θηλάζει ή, καλύτερα, αντιστρέφει τον φυσιολογικό ρόλο του θηλασμού: το νεκρό παιδί επιστρέφει στη μητέρα για να πάρει από εκείνη ζωή. Η αφήγηση φτάνει στο σημείο να περιγράφει ότι από το στήθος της, αντί για γάλα, τρέχει αίμα.
Ο δεσμός μητέρας και παιδιού, που στη ζωή αποτελεί σχέση προστασίας και τροφής, μετατρέπεται έτσι σε σχέση τρόμου.
Οι σαμιακές αφηγήσεις που κατέγραψε ο Πολίτης περιλαμβάνουν και ένα ιδιαίτερα ανατριχιαστικό μοτίβο: την εκταφή του νεκρού παιδιού.
Σύμφωνα με την παράδοση, όταν κάποια παιδιά εκταφιάζονταν, δεν είχαν διαλυθεί όπως θα περίμενε κανείς. Αντίθετα, παρουσιάζονταν άλιωτα, με ροδοκόκκινα μάγουλα, κόκκινα χείλη σαν να χαμογελούσαν και όλα τα μέλη του σώματος ακέραια.
Σε μια από τις αφηγήσεις, οι κάτοικοι θεωρούν ότι η κατάσταση της μητέρας —η οποία αδυνάτιζε και χλόμιαζε— συνδεόταν με το νεκρό παιδί της. Παράλληλα, γείτονες αναφέρουν παράξενα περιστατικά στα σπίτια τους: σιδερένια αντικείμενα που βρίσκονταν αναποδογυρισμένα ή ανοιχτά και πήλινα αγγεία σπασμένα.
Η εκταφή υποτίθεται ότι επιβεβαιώνει την υποψία.
Το παιδί εμφανίζεται διογκωμένο, με τα ρούχα του σκισμένα από το μέγεθος του σώματος και το κεφάλι του τόσο μεγαλωμένο ώστε να μην μπορεί να αφαιρεθεί το σκουφί του. Οι κάτοικοι ανοίγουν το σώμα και βρίσκουν στο εσωτερικό του πηγμένο γάλα.
Η παράδοση καταλήγει σε μια βίαιη τελετουργική πράξη: αφαιρούνται η καρδιά και τα πνευμόνια και χύνεται στο σώμα καυτό ξίδι. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την αφήγηση, το τελώνιο παύει να υπάρχει και η μητέρα ανακτά την υγεία της.
Μία δεύτερη καταγραφή του Πολίτη τοποθετεί την ιστορία σε συγκεκριμένο σαμιακό τοπίο.
Γυναίκες από τους Μανολάτες και τις Έξι Γειτονιές του Βαθιού πήγαν, σύμφωνα με την αφήγηση, να μαζέψουν ελιές στη θέση Ασπρονέρι. Εκεί αντίκρισαν ένα παιδί περίπου δύο ετών μέσα σε έναν γεμάτο νερό λάκκο.
Αρχικά υπέθεσαν ότι επρόκειτο για ένα παιδί που είχε απομακρυνθεί από τους γονείς του και είχε πέσει στο νερό. Όταν όμως είδαν ότι κολυμπούσε ελεύθερα, θεώρησαν ότι δεν ήταν κανονικό παιδί αλλά τελώνιο.
Μία από τις γυναίκες, πιο θαρραλέα από τις υπόλοιπες, το έπιασε από τα μαλλιά και το έβγαλε από τον λάκκο. Το παιδί μεταφέρθηκε στους Μανολάτες και το είδαν πολλοί κάτοικοι.
Η περιγραφή επαναλαμβάνει τα χαρακτηριστικά που συναντώνται και στην προηγούμενη παράδοση: ήταν παχουλό, με γαλανά μάτια, ροδοκόκκινα μάγουλα και ασυνήθιστα μακριά νύχια.
Η συνέχεια είναι ακόμη πιο παράξενη.
Ο πολιτάρχης του χωριού, ο Μανόλης Πλύνης, αποφασίζει ότι το πλάσμα δεν πρέπει να παραμείνει ζωντανό, επειδή είναι «και άνθρωπος και δαίμονας». Ένας χωριανός αναλαμβάνει να το σκοτώσει με την αξίνα.
Όμως το τελώνιο δεν συμπεριφέρεται σαν τέρας.
Χαμογελά. Όταν η αξίνα σηκώνεται, κλείνει τα μάτια και μαζεύεται για να προστατευθεί. Ο άνδρας προσπαθεί τρεις φορές αλλά διστάζει. Τελικά, ύστερα από τις παροτρύνσεις των άλλων, χτυπά το παιδί.
Και πάλι, η αφήγηση επαναλαμβάνει το ίδιο μακάβριο μοτίβο: από την κοιλιά του νεκρού παιδιού τρέχει γάλα.
Η τρίτη σαμιακή ιστορία αφορά δύο παιδιά που γεννήθηκαν πρόωρα. Το ένα πέθανε λίγες ώρες μετά τη γέννησή του και τάφηκε στην αυλή της εκκλησίας. Λίγες ημέρες αργότερα πέθανε και το δεύτερο.
Όταν πήγαν να το θάψουν μαζί με το αδελφάκι του, άνοιξαν τον πρώτο τάφο.
Εκεί, σύμφωνα με την αφήγηση, βρήκαν το πρώτο παιδί «ζωντανό», με τα χεράκια του στο στόμα και ένα χαμόγελο στο πρόσωπο.
Η είδηση διαδόθηκε σε ολόκληρο το χωριό. Το παιδί θεωρήθηκε τελώνιο και οι άνθρωποι έτρεχαν να το δουν.
Η αντιμετώπιση ήταν και πάλι η ίδια: το πλάσμα έπρεπε να «τελειώσει». Έβρασαν ξίδι, πρόσθεσαν κλαδιά μυρωδικών και έριξαν το καυτό υγρό στο στόμα του.
Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, εξουδετερώθηκε το τελώνιο.
Οι ιστορίες αυτές δεν πρέπει να διαβαστούν ως καταγραφές πραγματικών περιστατικών. Αποτελούν λαογραφικές αφηγήσεις, προϊόντα μιας εποχής κατά την οποία η βρεφική θνησιμότητα, οι αποβολές, οι θάνατοι κατά τη γέννα και οι επιπλοκές της λοχείας ήταν πολύ συχνότερα φαινόμενα και πολύ λιγότερο κατανοητά από ό,τι σήμερα.
Το σημαντικό είναι τι αποκαλύπτουν για την κοινωνία που τις δημιούργησε και τις διέδωσε.
Το αβάφτιστο παιδί βρίσκεται σε μια οριακή κατάσταση ακόμη και μέσα στο θρησκευτικό και κοινωνικό σύστημα της εποχής. Δεν έχει ολοκληρώσει το πέρασμα από τη γέννηση στη ζωή της κοινότητας. Ο θάνατός του δημιουργεί ένα κενό, το οποίο η λαϊκή φαντασία έρχεται να καλύψει.
Παράλληλα, η αναφορά στα παιδιά που εγκαταλείπονταν για να κρυφτεί η «ντροπή» της μητέρας δείχνει κάτι ακόμη πιο σκληρό: το τελώνιο μπορεί να ιδωθεί ως επιστροφή αυτού που η κοινωνία προσπάθησε να κρύψει.
Το παιδί επιστρέφει.
Επιστρέφει στο σπίτι, στη μητέρα, στην κοινότητα. Και επιστρέφει όχι ήσυχο, αλλά ανατρέποντας την τάξη των ζωντανών.
Το μοτίβο του νεκρού που δεν λιώνει συναντάται σε πολλές ευρωπαϊκές και βαλκανικές λαϊκές παραδόσεις. Στην περίπτωση των σαμιακών τελωνίων, όμως, αποκτά ιδιαίτερη μορφή μέσα από την εικόνα του νεκρού παιδιού.
Το παιδί είναι μικρό, αδύναμο και κανονικά εξαρτημένο από τη μητέρα του. Μετά τον θάνατο, όμως, αντιστρέφει τους ρόλους. Γίνεται εκείνο που παίρνει δύναμη από τη μητέρα.
Το γάλα, σύμβολο ζωής και μητρικής φροντίδας, μετατρέπεται σε στοιχείο του υπερφυσικού. Και το αίμα που εμφανίζεται στη μία αφήγηση αποτελεί την απόλυτη αντιστροφή της φυσικής τάξης.
Ίσως γι' αυτό οι ιστορίες των τελωνίων είναι από τις πιο σκοτεινές παραδόσεις που διασώθηκαν από τη Σάμο.
Δεν μιλούν απλώς για ένα φάντασμα.
Μιλούν για ένα παιδί που δεν πρόλαβε να ζήσει, για μια μητέρα που δεν πρόλαβε να το αποχαιρετήσει, για την ενοχή, την κοινωνική ντροπή και τον φόβο απέναντι σε έναν θάνατο που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν.
Και, κυρίως, μιλούν για την πανάρχαια ανάγκη του ανθρώπου να δώσει μορφή σε αυτό που δεν μπορεί να κατανοήσει.
Στις «Παραδόσεις» του Νικολάου Πολίτη, οι τρεις αυτές αφηγήσεις καταγράφονται ως αρ. 975, 976 και 977 και σημειώνονται ρητά ως σαμιακές. Πέρα από την ανατριχιαστική τους πλοκή, αποτελούν ένα μικρό αλλά πολύτιμο κομμάτι της προφορικής λαογραφικής μνήμης του νησιού.
Γιατί η Σάμος δεν έχει μόνο ιστορία που γράφτηκε σε βιβλία και αρχεία.
Έχει και την άλλη ιστορία. Εκείνη που μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα, δίπλα στο τζάκι, στο χωράφι, στο ελαιομάζωμα και στις νυχτερινές κουβέντες των χωριών.
Και κάποιες από αυτές τις ιστορίες, όπως εκείνες για τα τελώνια, ήταν φτιαγμένες για να μην αφήνουν κανέναν να κοιμηθεί ήσυχα.