Η συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη των αρχαιολογικών ερευνών του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (Deutsches Archäologisches Institut – DAI) στη Σάμο αποτελεί αφορμή όχι μόνο για αποτίμηση της επιστημονικής προσφοράς, αλλά και για επανεξέταση μιας δύσκολης και επί μακρόν αποσιωπημένης περιόδου: της δράσης Γερμανών αρχαιολόγων και αξιωματικών κατά τα χρόνια του Εθνικοσοσιαλισμού και της Κατοχής.
Οι πρόσφατες έρευνες φωτίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις πρακτικές, τα πρόσωπα και τις διαδρομές που ακολούθησαν σαμιακές αρχαιότητες προς τη Γερμανία, ειδικά την περίοδο 1943–1944.
Η παρουσία του DAI στη Σάμο ξεκινά το 1925, με επίκεντρο το Ηραίο, έναν από τους σημαντικότερους ιερούς χώρους του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι ανασκαφές υπό τον Ernst Buschor, διαπρεπή αρχαιολόγο και διευθυντή των ερευνών, συνέβαλαν καθοριστικά στη γνώση της αρχαϊκής Σάμου και της ιωνικής τέχνης.
Ο Buschor δεν υπήρξε μέλος των SS, ωστόσο οι έρευνές του υποστηρίζονταν ενεργά από το ναζιστικό καθεστώς, στο πλαίσιο της γενικότερης αξιοποίησης της αρχαιολογίας ως εργαλείου πολιτιστικής ισχύος. Το 1942, εν μέσω πολέμου, σχεδίαζε ταξίδι στη Σάμο με σκοπό τη μεταφορά αρχαιοτήτων που είχαν υποστεί ζημιές, κίνηση που σήμερα επανεξετάζεται υπό διαφορετικό φως.
Κατά τη δεκαετία του 1930 και τα χρόνια του πολέμου, η γερμανική αρχαιολογία λειτουργούσε σε στενή συνάφεια με το καθεστώς. Η Ahnenerbe, το ερευνητικό ίδρυμα των SS, επιχείρησε να προσδώσει «επιστημονική» νομιμοποίηση στις φυλετικές και ιστορικές εμμονές του Εθνικοσοσιαλισμού.
Αν και η Σάμος δεν αποτέλεσε κεντρικό πεδίο δράσης της Ahnenerbe, το γενικό κλίμα ιδεολογικής εργαλειοποίησης της αρχαιότητας επηρέασε και το Αιγαίο. Η ελληνική αρχαιότητα εντάχθηκε σε αφηγήματα πολιτιστικής κληρονομιάς που το Βερολίνο θεωρούσε δικαίωμά του να διαχειρίζεται, να «προστατεύει» και, σε αρκετές περιπτώσεις, να μεταφέρει.
Κατά την Κατοχή, η Σάμος τέθηκε υπό τη διοίκηση του Friedrich-Wilhelm Müller, του διαβόητου στρατηγού γνωστού ως «Χασάπη της Κρήτης». Στο πλαίσιο της θητείας του στο νησί, ο Müller επιχείρησε να μεταφέρει κρυφά στη Γερμανία, και συγκεκριμένα στην πόλη Τρηρ, το άγαλμα της Φιλίππης από το Σύνταγμα του Γενέλεω, ένα από τα εμβληματικά γλυπτά της αρχαϊκής Σάμου.
Η απόπειρα αυτή δεν ολοκληρώθηκε, καθώς παρενέβη η υπηρεσία Kunstschutz της Wehrmacht, η οποία είχε αναλάβει τυπικά την «προστασία» των έργων τέχνης στις κατεχόμενες περιοχές. Το άγαλμα επεστράφη τελικά στη Σάμο το 1954, μετά από χρόνια περιπλάνησης.
Οι μέθοδοι μεταφοράς των σαμιακών αρχαιοτήτων ποίκιλαν, ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία τους:
Διεθνές ταχυδρομείο: Μικρά αντικείμενα, όπως νομίσματα, ειδώλια και κεραμικά, αποστέλλονταν στο Βερολίνο μέσω ταχυδρομείου, αποφεύγοντας τον ουσιαστικό έλεγχο.
Ναυτιλιακές εταιρείες: Βαριά μαρμάρινα γλυπτά φορτώνονταν σε πλοία, συχνά χωρίς τη γνώση ή την έγκριση των ελληνικών αρχών.
Στρατιωτικά μέσα: Ξύλινα κιβώτια μεταφέρονταν με οχήματα ή πλοία της Wehrmacht, με το πρόσχημα της «προστασίας από βομβαρδισμούς».
Οι πρόσφατες έρευνες του 2025 τεκμηριώνουν ότι περίπου 250 αρχαιότητες από τη Σάμο κατέληξαν σε μουσεία του Βερολίνου, μέσω παράνομων εξαγωγών και σκιωδών συμφωνιών που εκμεταλλεύονταν την πολιτική αστάθεια της εποχής.
Απέναντι σε αυτό το οργανωμένο πλέγμα λεηλασίας, οι Έλληνες αρχαιολόγοι της εποχής αντέδρασαν προνοητικά. Σημαντικά ευρήματα, όπως ο Κούρος της Σάμου, θάφτηκαν σε βαθιές τάφρους ή κρύφτηκαν σε σπηλιές, προκειμένου να προστατευθούν από κατάσχεση ή μεταφορά.
Η πράξη αυτή δεν ήταν απλώς επιστημονική επιλογή. Ήταν πράξη πολιτιστικής αντίστασης.
Η ιστορία των ερευνών του DAI στη Σάμο δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως αφήγηση επιστημονικής προόδου. Είναι και ιστορία εξουσίας, ιδεολογίας και σύγκρουσης. Η αναφορά στην Ahnenerbe, στους στρατιωτικούς διοικητές και στις μεθόδους λεηλασίας δεν μειώνει την αξία της αρχαιολογικής γνώσης. Την τοποθετεί όμως στο πραγματικό της ιστορικό πλαίσιο.
Η επέτειος των 100 χρόνων δεν ζητά πανηγυρικούς λόγους. Ζητά καθαρή μνήμη. Και αυτή η μνήμη περνά αναγκαστικά και από τις σκοτεινές σελίδες.
Διαβάστε ακόμη